Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Υπερεγω

Ενταξει το παραδεχομαι καποιες φορες την φοβομουν.
Καποιες με νευριαζε ετσι οπως καπνιζε τα βαρια τσιγαρα της, μυριζα ως το κοκκαλο τον λευκο πυκνο καπνο της πανω μου και δεν ηθελα τιποτα δικο της πανω μου.
Υποτιθεται πως θα επρεπε να την αγαπω, να την σεβομαι και κυριως να ειναι προτυπο , ομως τιποτα δεν υποτιθεται με μενα.
Μουρμουριζε μερα νυχτα κατι σαν προσευχη και εκλεινε τα ματια σε καθε πιθανο κινδυνο η ημιτρελη, ολα αλλωστε κινδυνοι ηταν, γιαυτο δεν ζουσε.
Της φωναζα ζησε, της ουρλιαζα αργοτερα πως ειναι νεκρη μα δεν με κοιτουσε, δεν μιλουσε μοναχα εβαφε τα χειλια της ,κατακοκκινα για να με εκνευριζει περισοτερο με την απουσια της.
Ελεγε ψεμματα, επλεκε ιντριγκες , ελεγε πολλα , παρα πολλα , με πονουσε το κεφαλι μου , εκλεινα τα αυτια μου στα ψεμματα της.
Πηγαινοεφερνε τον εαυτο της ασκοπα αλλοτε σε υπογεια επαιζε μονοπρακτο το δραμα της κι αλλοτε εκανε την χαρουμενη σε παρκα και πλατειες, επινε καφεδες και καπνιζε αρειμανιως.
Ηθελα να της πω τοσα πολλα μα δεν ακουγε παρα μονο τον εαυτο της, ντυνοταν στα λευκα και μαυριζε τα χερια της με καρβουνο και χωμα.
Εκλεινε τις πορτες πισω της και τις φοβομουνα τις πορτες
και τα κοκκινα κραγιον και τον πυκνο λευκο καπνο της,
τα μακρια της δαχτυλα και το μουρμουρισμα μεστο σκοταδι.
Οταν πονουσε σφαδαζε σαν το σκυλι, εφταιγαν ολοι και με εδιωχνε μακρια, τυλιγομουν τοτε με μια μπλουζα της και παριστανα την μεγαλη, την σπουδαια.
Εβαφα τα νυχια μου μαυρα και τα χειλια μου κοκκινα.
Αν με εβλεπες θα με μισουσες, θα γελαγες, θα χλευαζες.
Τωρα κλεινω τις πορτες πισω μου και μονο φευγω, καπνιζω τα τσιγαρα σου και μονο ποναω, φοβαμαι τα τραινα γιατι σε πηραν απο εμενα, και φτυνω ενα χτες που δεν σε θυμιζει.
Πισω απο τα δεμενα σου μαλλια, στον αυχενα τρεχουν δακρυα.
Ημουν εγω που σε αγκαλιασα την μερα που δεν ενιωθες τιποτα.
Ποτε ξανα δεν θα ερθω αν δεν βαψεις τα χειλια σου,
αν δεν μουρμουρισεις μεσα στο σκοταδι τον σκοπο σου.
Δεν θα ξαναρθω ,γιατι οτι μισω
ειναι αυτο που ημουν οταν σε μισουσα.
Κι εκεινη που υποκρινεται πως ειμαι εγω
πιο εγω απο μενα δεν γινετε..

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Βρέχει θυμησεις....

Εκεινοι που αγαπηθηκαν εχουν εκεινο το βλεμμα της νοσταλγιας, την γευση ακομα στο στομα..
Εστειλαν μερικα μυνηματα μετα απο μηνες απεραντης σιωπης.
Την τρελαιναν τα μυνηματα του , αντικρουονταν τοσο με τον συγκρατημενο εαυτο του χωρις καμμια υπερβολη, σε αντιθεση με την ρεαλιστικη συμπεριφορα του τα γραπτα του μετεφεραν μια κοπιαστικη νοσταλγια, κοφτα αλλα ναι.
Κανενα σημειο στιξης καμμια υπερβολη.
Την ξενερωναν εκεινες οι ατελειωτες τελιτσες σε καθε προταση ,τα θαυμαστικα και κυριως οι παυλες, εκεινος καμμια.
Τυπικα λογια για αρχη και επειτα στο ψαχνο, η τακτικη παγια την ακινητοποιουσε. δυο τρεις αναμνησεις του σαν ξεροβηχας πεταγονταν σε λεξεις μπροστα της και επαυε να αναπνεει.
Ειχε προσπαθησει πολυ να ξεχασει, να προχωρησει την ζωη της εξω απτην δικη του μα παντα εβρισκε τροπο να της ξυπναει θυμησες,
Την ειχε προσεγγισει μοναδικα, παροτι χλευαζε την ρομαντικη συννεφενια σκεψη της , εβρισκε μεσα της κομματια του εαυτου του που παλευε να ξεχασει.
Δεν θελω να πονεσω ξανα ειχε πει και γελασε με την καρδια της , σαμπως ηθελε εκεινη να πονεσει?
μητε της ετυχε ποτε να γνωρισει καποιον που επιδιωκε να πονεσει,
-εισαι εδω για να σε αγαπησω και να με αγαπησεις, του ειπε.
Τον σκεφτοταν μερες και προφανως το συμπαν εχει χιουμορ  αφου ενας αλλοπροσαλλος ξεχασμενος ηχος στο κινητο τον εφερε μπροστα της, ενας μοναδικος ηχος μονο για εκεινον που ξεχαστηκε στο περασμα του χρονου.
Οι ανθρωποι αποκτουν τοσους κωδικες επικοινωνιας , κοινες μυρωδιες και γευσεις και φευγωντας μπλοκαρουν αισθησεις ,μνημες και εικονες, επειτα περνουν αξαφνα μπροστα σου σαν βιαστικα deja vu και εσυ πρεπει να συνεχισεις την ζωη σου, μα πως?
Κανενα ειδικο εγχειριδιο και κανενας ποιητης δεν απαλυνει τον πονο μονο ο χρονος που μοιαζει εχθρος μα γινετε φιλος και συνοιδοιπορος προς την ελευθερια.
Ελευθερια , σχετικη εννοια για την σημερινη εποχη σκεφτηκε και κοιταξε τα επωνυμα παπουτσια της , ενιωσε δεσμια της εικονας της και εκλεισε τα ματια για να μεταφερθει στο αγαπημενο της μερος εκει που την παροτρυνε καθε φορα καποιος γιογκι , στο μερος που συναντουσε παντα εκεινον, μια απεραντη αμμουδια ,ξυπολητοι μπροστα στον καμβα του ουρανου με μια φωτια στην καρδια να σιγοκαιει και αλμυρα φιλια που ξεδιψουν και την πιο στεγνη καρδια.
Σκεφτηκε να αλλαξει αριθμο, πολη και τροπο ζωης , να τρεξει στα ονειρα της αφηνοντας το ονειρεμενο μερος στο πισω μερος του μυαλου , μα ποσο μακρια μπορεις να τρεξεις απο τον εαυτο σου?
Ποσο μακρια θα εφτανε ωστε να παψει να ακουει τις αναμνησεις ?
Τα ματια ξεχνουν?
το στομα την γευση?
Αυριο θα ενιωθε καλυτερα, σημερα θα αρρωσταινε απτις θυμησες ,μια μερα μοναχα ..σαν ιωση..

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Κλεμμενες ώρες

Το κοριτσι αυτο με την γαργαλιστικη μυρωδια γαρδενιας και τα κερασενια φιλια, ετρεχε γελωντας εκεινο το απογευμα στον μωλο , λατρευε τα διαβαταρικα πουλια και ετσι καθε σουρουπο ειχε την συνηθεια να αντικατοπτριζεται  ξοπισω τους με το ποδηλατο της και με τα χερια  ανοιχτα ισοροπουσε αναμεσα σε ονειρο και πραγματικοτητα.
Ο ηχος της θαλασσας της προξενουσε την  ψευδαισθηση πως το κυμα θα μπορουσε να παρει μαζι του ολα τα μυστικα που ειχε ακουμπησει στον αφρο τους .
Λιγοι γνωριζαν για το μυστικο μερος της και παρα πολλοι "αγνωστοι"  εγνεφαν συνομωτικα ,θαρρεις και  ολοι ειχαν  τους ιδιους σκοπους , σαν να εξαγνιζε το φευγιo των πουλιων καθε μιασμα της ψυχης τους.
Απο μακρια αναγνωριζε την σκια μπροστα της, ηταν εκεινος.
Καποτε συναντηθηκαν εκει , μπροστα απτην θαλασσα αποσβολωμενοι και οι δυο απτην ομορφια του ηλιοβασιλεματος, δυο αγνωστοι που αγαπουσαν τις λεξεις.
Συναντηθηκαν τα βλεμματα και τα πνευματα τους ταυτοχρονα.
Η αγαπημενη της συνηθεια εγινε και δικη του, μονο που συμφωνησαν να μοιρασουν τις μερες και τις ωρες ετσι ωστε να μην συναντηθουν ποτε ξανα.
Για αρκετο καιρο "εκλεβε" τις ωρες του ,μηπως και τον δει και τα καταφερνε μεχρι που ενα δειλινο δεν φανηκε , το αγορι χαθηκε για παντα σαν τα πουλια που τοσο αγαπουσε να μετραει τις φυγες τους , το κοριτσι δεν ειχε πια μυστικα ,ουτε χαμογελα και δακρυα και το μυστικο της μερος δεν ηταν πια μυστικο αφου περνουσε τις περισσοτερες ωρες της μερας εκει, στο τελευταιο παγκακι διπλα απο τα φωτα των καραβιων , μεσα απο κυμματα και λυπημενα βλεμματα αγνωστων .
Καποιοι ειπαν πως πετρωσε και εγινε αγαλμα , καποιοι πως εφυγε για αλλες πολιτειες , μα το μονο που απεμεινε απο εκεινη ηταν ενα χαρτι σκισμενο στα δυο.Εκεινη ποτε δεν εζησε αλλωστε,  παρα μονο μεσα  στις σελιδες του σημειωματαριου του..

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Συναισθηματική λουπα....

Εκεινο το κοριτσι που θυμασαι δεν υπαρχει πια.
θυμασαι ποσο μονο ενιωθε? ποσα δακρυα σπαταλησε? θυμασαι τα ματια της ποσα συννεφα κουβαλουσαν ?
Εκεινο το κοριτσι που αγαπησε ακομα και την σκια σου?
Που ετρεχε και χωνοταν στην αγκαλια σου σαν μην γυριζε ο κοσμος παρα μονο οταν την κρατουσες?
θυμασαι που σου ορκιστηκε αιωνια αγαπη?
θυμασαι που γελουσες οταν ξημερωνε και εκεινη σε φωτογραφιζε μεσα της?
Αναρωτηθηκε πολλες φορες αν το εζησε στην πραγματικοτητα η αν ειχε πεσει σε κωμα συναισθηματικο.
Συναισθηματικη λουπα.
Τακτοποιουσε τις στιγμουλες σαν ψυχουλα και τα αφηνε στον δρομο της να βρει τον γυρισμο και τον βρηκε..
Βγηκε απο την τεραστια φουσκα και σαν νεογεννητο ανοιξε τα ματια στον ηλιο, ολα μοιαζουν  διαφορετικα απο αποσταση, η καταστροφη ειναι πολυ πιο κοντα απο οσο μπορεις να δεις.
Ειχε μεσα της αποθεματα αγαπης και κατανοησης μα κυριως ποταμια ερωτα.
Ειχες πει μοιαζει στην zelda  , μα δεν ηταν εκεινη .
Εγινε ο εαυτος της εκεινος ο εαυτος που δεν γνωρισες,
ο εαυτος που συγχωρει, αγαπαει, γιατρευει, αντεχει, ποναει, μοιραζεται και χορευει με τα ονειρα, αναπνεει μονο στην αγαπη και ψυχανεμιζεται την καλοσυνη μοναχα στους ανθρωπους.
Εκεινο το κοριτσι δεν θα ειναι ποτε ιδιο.
Εκεινο το κοριτσι δεν θα το ξεχασεις ποτε.

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Τίποτα δε σου ζητάω.....





Το μούδιασμα, το σκίρτημα, το ολόκληρο.
Κι εκείνο το μαζί το αληθινό, που δεν διεκδικεί παρά μόνο δίνει, που κρατάς το χέρι του άλλου και παίρνει το σχήμα του δικού σου και δεν πληγιάζει απ’το σφίξιμο και τα θέλω. Κι εκείνη η αγάπη που σε κάνει να πετάς ελεύθερος και να είσαι εσύ για να μπορείς να δίνεις το εγώ σου χωρίς να φοβάσαι πως όλα θα σκορπιστούν ξαφνικά σε χίλιες μεριές σα νεραϊδόσκονη.
Τίποτε δε θα χαθεί, ακούς;

«Όλα θέλω να στα δώσω...» του’πε ένα βράδυ στο τηλέφωνο. «Μα δεν μπορώ, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς...» Αυτό το αλλιώς που όλα τα κάνει αλλιώτικα, αλλιώς από τα άλλα που ονειρεύεσαι και πρέπει να μάθεις να ζεις με αυτά τα αλλιώτικα κι όχι με τ’άλλα που λατρεύεις και σε κάνουν να περπατάς ολόφωτος και να χαμογελάς στο μετρό ανάμεσα σε αγουροξυπνημένα, κατσούφικα πρόσωπα και να κρατάς το ρυθμό με το πληγωμένο σου πόδι ακούγοντας μουσικές που ονειρεύεσαι ν’αφιερώνεις μερόνυχτα στην ηλιαχτίδα σου.
«Όλα θέλω να στα δώσω...» του’πε ένα βράδυ στο τηλέφωνο. «Μα δεν μπορώ, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς...»
«Τίποτε δε σου ζητάω...» της είπε κι η φωνή του σα να’σπασε λίγο. 
«Ξέρω...» της είπε και κατέβασε το ακουστικό. Ήξερε. Απ’την αρχή. Μα πώς ν’αρνηθεί το φως;

Τίποτε δε σου ζητάω έγραψε σ’όλους τους τοίχους.
Τίποτε δε σου ζητάω της ζωγράφισε μέσα σε μια καρδιά.
Τίποτε δε σου ζητάω της έλεγε κάθε βράδυ πριν αποκοιμηθεί.
Τίποτε δε σου ζητάω έγραψε στην καρδιά της.
Όλα ήθελε να του τα πει. Ν’ακούσει τα λόγια της, την καρδιά της, πώς ένιωθε, τι θα’θελε, γιατί τον αγαπούσε τόσο. Όλα τα’θελε, μα τίποτε δε θα της ζητούσε.
Μια μέρα ξύπνησε και ήταν όλα αλλιώς.
Το ‘νιωσε ‘κείνη. Είδε το βλέμμα του μουντό. Κατάλαβε πως είχε έρθει ώρα να φύγει απ'τη ζωή της. Συννέφιασε κι εκείνη.
«Πες μου...» του είπε. «Πες μου, τι μου ζητάς...»
«Να μην πάψεις ποτέ να μου λες ‘σ’αγαπώ, μη ξεχνάς.’ Κι ας είναι όλα αλλιώς...»
«Σ'αγαπώ, μη ξεχνάς...» 


Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Άγονοι βυθοί....

Σε ποιους άγονους βυθούς
με καταδίκασες να ζήσω?
από κεινη την νύχτα
πάντα νύχτα είναι
και τα λόγια σου
καρφωμένα στα πλευρά
δεν με αφήνουν να βγω στην επιφάνεια
αθυρόστομες πόλεις μαρτυρούν
τις παλιές περιπλανήσεις μας
στα σοκάκια τα έρημα πια
μου έκλεινες τα μάτια.
πάμε κάπου που να μην ξέρουμε
έλεγες
και η φόβος  σου μας γύριζε πάντα πίσω στο σήμερα....

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Οταν το σωμα σου ομως σου λεει να τρεξεις, απλα πρέπει να τρέξεις!!!

Ηταν ντυμενη μεσα στο κατασπρο φουστανι της και ελαμπε η τουλαχιστον εκανε πως ελαμπε...Ειχε φορεσει για αλλη μια φορα το ψευτικο χαμογελο της..Για την ακριβεια πλεον ειχε γινει το προσωπειο της. κρυβοταν πισω απο αυτο η καλυτερα πιστευε πως κρυβοταν γιατι δυστυχως για εκεινη, απο τον ιδιο της τον εαυτο δεν μπορουσε να κρυφτει. 
Κοιταξε το προσωπο της στον καθρεφτη,πριν φυγει.
- Τι παω να κανω σκεφτηκε? αυτη ειναι η ζωη που ονειρευτηκα? αυτος ειναι ο αντρας που γνωρισα που αγαπησα?
Βαθεια μεσα της ηξερε οτι αυτο που που πηγαινε να κανει θα την οδηγουσε αυτοματως στην ψυχικη της δολοφονια...Μηπως θα επρεπε να περισσωσει αυτο το κομματι του εαυτου της που ηταν ακομη ζωντανο? Ο αντρας που ηταν μαζι του δεν ηταν αυτος που ειχε γνωρισει.Ειχε μεταλλαχτει σε ενα βιαιο ανθρωπομορφο τερας.Την χρησιμοποιουσε μονο οταν ο ιδιος επιθυμουσε τη σαρκα της το μυαλο της και μετα την πεταγε ξανα στη γωνια της ζωης του.
Ποσες φορες ειχε ασελγησει στο κορμι της εκατονταδες?Ποσες φορες την ειχε κακοποιησει γιατι διαφωνουσε με τα θελω του?χιλιαδες...
Γιατι ομως συνεχιζε να μεινει μαζι του?Γυρισε το προσωπο της προς το κρεββατι...ο γιος της κοιμοταν με ενα γλυκο χαμογελο ζωγραφισμενο στο προσωπο του...Ηταν ο πατερας του παιδιου της ο αντρας που καποτε ερωτευτηκε.
Κατευθυνθηκε προς τη ντουλαπι της εβγαλε το ασπρο της φουστανι,φορεσε βιαστικα το σκισμενο τζιν της και το αγαπημενο της μακω μπλουζακι.Καθισε στην καρεκλα του γραφειου της.του εγραψε δυο μια προταση πανω σε ενα λευκω χαρτι: "Φευγω για να βρω την ελευθερια μου" . Εκεινη την ωρα η ψυχη της ενιωσε σαν ελευθερωνεται απο τα δεσμα της.Ελυθερωθηκε!!!
Αγκαλιασε σφιχτα το γιο της που κοιμοταν και εφυγαν μαζι.Θα ηταν για παντα μαζι οι δυο τους ευτυχισμενοι!
Ένα πρωι μπορει να ξυπνησεις και να καταλαβεις ότι όλα γυρω σου καταρρεουν...
Αυτή είναι η αρχη και το τελος ενός χωρισμου. Όχι δεν είναι μία στιγμή του μυαλού είναι κάτι βαθύτερο.
Γιατι το σώμα  δεν αναγνωριζει τη διαφορα αναμεσα στο αγχος και τον ενθουσιασμο ,αναμεσα στον πανικο και την αμφιβολια, αναμεσα στην αρχη και το τελος. 
Το σωμα σου απλα σε προειδοποει να την κοπανησεις. Μερικες φορες το αγνοεις.
Αυτο ισως είναι το  λογικο που πρεπει να κανεις .Αλλα μερικες φορες πρεπει να το ακους .Υποτιθεται ότι  πρεπει να εμπιστευεσαι το ενστικτο σωστα?Οταν το σωμα σου ομως σου λεει να τρεξεις, απλα πρέπει να τρέξεις!!!